Γλωσσάρι όρων Εφελκυσµός Εφελκυσµός ονοµάζεται η εντατική κατάσταση κατά την οποία σε ένα σώµα ασκούνται δυνάµεις αντίθετης φοράς που τείνουν να το επιµηκύνουν. Ο εφελκυσµός είναι µία από τις δύο µονοαξονικές εντατικές καταστάσεις ενός παραµορφώσιµου στερεού σώµατος. Η άλλη µονοαξονική εντατική κατάσταση είναι η θλίψη. Ζώνη αποστράγγισης (κτιρίου, λεκάνης, φυτεµένου χώρου κ.ά.) Η ζώνη (περιοχή) που υπάρχει ή που δηµιουργείται µε δική µας παρέµβαση µε χρήση διαφόρων υλικών (όπως π.χ. χαλίκι, γεωύφασµα κ.ά.). Στόχο έχουν να διευκολύνουν τη διέλευση του νερού (ποτίσµατος, βροχής) προς τα κανάλια απορροής (λούκια, υπονόµους) και πάντα µακριά από τα δοµικά στοιχεία, ώστε αυτό να µην προκαλέσει ζηµιές ή φθορά σε αυτά. Θερµοκεραµικό ενεργειακό χρώµα Υψηλής τεχνολογίας και κορυφαίας ποιότητας ελαστοµερές, ανακλαστικό χρώµα. Στη σύνθεσή του περιέχονται υαλοσφαιρίδια, τα οποία του προσδίδουν άριστες ιδιότητες ανακλαστικότητας και διασπορά στο περιβάλλον της ηλιακής (θερµικής) ακτινοβολίας που δέχονται. Το χρώµα αυτό πιστοποιείται και ως ‘ψυχρό’, όταν η ανακλαστικότητα του φωτός που παρουσιάζει υπερβαίνει το 80%. Θιξοτροπία υλικού Θιξοτροπία είναι η ιδιότητα ενός παχύρρευστου κολλώδους υγρού ή γέλης (gel) να µετατρέπεται σε λιγότερο παχύρρευστο όταν αναδεύεται ή γενικότερα όταν ασκείται σε αυτό κάποια δύναµη. Όταν αυτό πάψει να συµβαίνει, το υλικό (υγρό ή γέλη) επανέρχεται αργά ή γρηγορότερα στην αρχική παχύρρευστη µορφή του. Ινοπλισµένο κονίαµα Κονίαµα το οποίο περιέχει στη σύνθεσή του ίνες πολυπροπυλενίου, οι οποίες ‘εµποδίζουν’ τη δηµιουργία ρωγµών συρρίκνωσης κατά την ξήρανσή του. Οι ίνες βελτιώνουν την αντοχή του κονιάµατος σε κρούση και επιφανειακή τριβή, καθώς και τη συνοχή του κατά τη διάστρωσή του και µετά από αυτή. Ιξώδες υλικού Η λέξη ιξώδες προέρχεται από τη λέξη ιξός (τη γνωστή κολλώδη ουσία που περιβάλλει κάποιους καρπούς) και σηµαίνει το κολλώδες. Γενικά όµως µε τον όρο ιξώδες, στη χηµεία και τη φυσική, χαρακτηρίζεται µία από τις ιδιότητες της ύλης (ιδίως των υγρών αλλά και των αερίων) και συγκεκριµένα η αντίσταση που παρουσιάζουν κατά τη ροή τους. Για παράδειγµα, διαφορετικά ρέουν το µέλι, το λάδι και το νερό. Κανάλι απορροής υδάτων Η ‘οδός’ δια της οποίας το νερό που συγκεντρώνεται σε κάποιο σηµείο ή επιφάνεια απορρέει µακριά από αυτή. Για κτίρια: ντερέδες και λούκια, φρεάτια και υπόνοµοι δικτύου όµβριων υδάτων. Κιµωλίαση χρώµατος Η φθορά που παρουσιάζεται σε χρωµατισµένη επιφάνεια και εκδηλώνεται µε αποσάθρωσή της, η οποία µετατρέπει το χρώµα σε σκόνη (όπως η κιµωλία). Κοίλο λούκι Κοίλη κατασκευή µικρού πλάτους που δηµιουργείται συνήθως µε χρήση τσιµεντοκονιάµατος κατά µήκος της συµβολής οριζοντίων και καθέτων οικοδοµικών επιφανειών (π.χ. πλάκα σκυροδέµατος ταράτσας µε εφαπτόµενο σε αυτήν τοίχο). Σκοπό έχει την αποµάκρυνση των νερών της βροχής και τη µη διείσδυσή τους στο υπόστρωµα της επιφάνειας. ΟΡΟΣ ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ Οδηγός Eπισκευών & Aνακαινίσεων 311
RkJQdWJsaXNoZXIy MTk0OTg2